Ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Γιάννης Αγγελάκας μιλούν στον Γιάννη Καραμπίτσο για την γνωριμία τους, τα γυρίσματα του «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα», τις Τρύπες, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το Ιντερνέτ και τις γυναίκες

Η συνέντευξη πραγματοποιή­θηκε στις 24-2-2002 στο σπίτι του Νίκου Νικολαΐδη στο Κεφα­λάρι μέσα σε ένα ευχάριστο και χαλαρό κλίμα όπως θα διαπι­στώσετε αφού θεωρήσαμε ότι θα ήταν ενδιαφέρον για τον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με αυτό.

Photos: Στέλλα Στυλιανού

Φαντάζομαι ότι θα καταλάβατε ποια είναι η πρώτη ερώτηση.

N. Α. Ναι, ναι. Το κλασικό, αρχικά, πού γνωριστήκαμε. Γνωριστήκαμε, Γιάννη. Για πες για πρώτη φορά, που κοιτα­χτήκαμε στα μάτια!

Έρωτας ήταν ή;…

Ν. Ήταν έρωτας απ’ την πρώτη θέα, ας πούμε. μ’ ερωτεύτηκε στα Κουρέ­λια κι εγώ τον ερωτεύτηκα στο Μαρκή.

Όταν έπαιζε κιθάρα, ή έκανε ότι έπαιζε κιθάρα. Εγώ τον πειράζω κιόλας, ξέρεις (γέλια)…

Α. Εγώ το Νίκο στα Κουρέλια τον γνώ­ρισα, δηλαδή δεν τον γνώρισα προσω­πικά στην αρχή, αλλά μέσα από την ταινία. Ρώτησα κι έμαθα ότι ήταν ένας Νίκος Νικολαΐδης που μας μιλούσε σε περίεργα χρόνια, με περίεργη γλώσ­σα και τακτοποιούσε και μερικά ατομάκια που ήμασταν εκτός μεταπολι­τευτικού κλίματος και είχαμε άλλες α­νησυχίες…

Η γνωριμία σας από κοντά πότε έγινε;

Α. Το 1994 στο Λονδίνο, σ’ ένα ιταλικό ρεστοράν.

Κατά τύχη;

Α. Όχι ένας κοινός φίλος μας γνώ­ρισε.

Σου άρεσαν οι ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη;

Α Εγώ το λέω πάντα: οι αγαπημένες μου ταινίες του Νίκου ήταν τα Κουρέ­λια κι η Γλυκιά Συμμορία γιατί είχαν ένα πιο κοινωνικό άνοιγμα, ας πούμε. Μετά ο Νίκος κλείστηκε σε πιο εσω­στρεφή θέματα. Μου άρεσαν οι ταινίες του, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, η συγκίνηση που είχα νιώσει στα Κουρέλια και στη Γλυκιά Συμμορία παραμένει.

Έχεις παίξει λίγο και σε μια ταινία, ακόμα, έτσι; Στο Χώμα και Νερό αν δεν κάνω λάθος.

Α. Έχω παίξει! Απλά με είχε βάλει ο Καρκανεβάτος εκεί για ένα πεντάλε­πτο, έκανα κάτι χωρίς να με διδάξει τί­ποτα, έκανα ό,τι μου κατέβαινε, κι αυτό ήτανε. Ενώ τώρα, πρώτη φορά κάνω τέτοια δουλειά.

Πως σου φαίνεται τώρα, που είσαι κά­πως πιο επαγγελματίας;

Α Η δουλειά αυτή είναι σκληρή. Δεν σημαίνει ότι δεν μ’ αρέσει, απλά είναι σκληρή. Κατά βάθος το ήξερα, αλλά ήταν μια πρόκληση κι έτσι το ‘κανα.

Οπότε η εντύπωση για το Νίκο Νικολαΐδη έχει αρχίσει ν’ αλλάζει τώρα που είναι περισσότερη η επαφή;

Α. Όχι, όχι, κάθε άλλο. Άλλωστε τους τελευταίους 7-8 μήνες ζούμε μαζί.

Αυτό γίνεται επίτηδες για το καλό της ταινίας ή έτσι έτυχε;

Α. Δεν ξέρω τι κάνει συνήθως ο Νίκος..

Ν. Με τους ηθοποιούς πάντα βρίσκομαι 8-10 μήνες πριν την ταινία και συζητάμε, αλλά βέβαια, επειδή ο Γιάννης έχει τη βάση του στη Θεσσαλονίκη και δεν έχει σπίτι εδώ και είχα και χώρο και τον φιλοξένησα για να είναι ανεξάρτητος, τα είπαμε περισσότερο, βρεθήκαμε περισσό­τερο, γιατί ουσιαστικά ζούμε μαζί. Με τα άλλα παιδιά βρισκόμασταν γενικά, τα πρωινά, αλλά τα Σαββατοκύριακα δεν τους έβλεπα. Να μου πεις και το Γιάννη δεν τον βλέπω το Σαββατο­κύριακο. Άμα έχει γκόμενα δεν τον βλέπω. Επίσης και όταν είναι στις μαύρες του και τα σχετικά.

Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές φιλοξενείτε ηθοποιούς στο σπίτι σας στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Ν. Όταν γυρίζαμε τη Συμμορία που ήταν στην Κηφισιά, πολλά παιδιά δεν κατέβαιναν στην Αθήνα, ή έμεναν στο σπίτι του γυρίσματος ή έμεναν εδώ. Στην Κόλαση ζούσαμε όλοι μαζί, και μέλη του συνεργείου ζούσαν στο σπίτι, αυτό που γυρίζαμε. Στο Σίγκαπουρ Σλιγκ που γυρίστηκε όλο εδώ, τουλάχιστον μία – δύο απ’ τις πρωτα­γωνίστριες και μερικά μέλη του συνερ­γείου την αράζανε εδώ, κοιμόνταν εδώ. Όταν τελειώνει το γύρισμα θέ­λεις να μιλήσεις, να δεις καμιά ταινία, να προετοιμάσεις και το γύρισμα της άλλης μέρας, να κάνεις καμιά προβίτσα, κάτι, οπότε συμφέρει, είναι ω­ραία να είναι όλοι μαζί.

Η εντύπωση σου για τον κινηματο­γράφο ποια ήταν πριν απ’ αυτήν την εμπειρία που έχεις τώρα; Έχει αλλάξει τώρα; Επειδή μπαίνεις σε μια διαδικασία κάπως πιο πεζή θα λεγα; Επειδή τα γυρίσματα είναι σκληρά;

Α. Δεν είναι πιο πεζή. Είναι γοητευτική. Βλέπεις τα πράγματα από μέσα και βλέπεις πόσο σκληρά είναι και τι πόνος ξοδεύεται για να γίνει μια ταινία. Εντάξει, είναι ωραία εμπειρία.

Δεν άλλαξε δηλαδή η εντύπωση που είχες για τον κινηματογράφο.

Α. Όχι, δεν άλλαξε.

Ν Απλά δεν νομίζω να παίξει σε άλλη ταινία.

Πόσο καιρό θα κρατήσουν τα γυρίσματα;

Α. Άλλους δυο μήνες.

Ν. 11-12 εβδομάδες σύνολο. Αλλά μετά ο Γιάννης έχει κι άλλη δουλειά. Θα γράψει και τη μουσική της ταινίας.

Σου λείπει η Θεσσαλονίκη;

Α. Πρώτη φορά μου έλειψε. Δεν ανέβαινες καθόλου πάνω;

Α. Δεν προλάβαινα.

Είσαι ελεύθερος, παντρεμένος;

Ν. Ελεύθερος, είναι, ελεύθερος. Α Ελεύθερος.

Οπότε δεν έχεις κάποια ιδιαίτερη δέσμευση πάνω.

Ν. Έχει τα σκυλιά του.

Έχεις κι εσύ σκυλιά;

Α. Έχω. Σκυλιά, γονείς, ανίψια.

Τότε σου ευχόμαστε να γυρίσεις γρήγορα πίσω. Ας γυρίσουμε στην ταινία, θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια;

Ν. Είναι ένα νυχτερινό οδοιπορικό ενός 40άρη ήρωα που ζει μόνος του, παρέα με τσιγάρα, μπίρες, χάπια και χωρίς παρόν, μέλλον, αλλά με παρελθόν. Περιπλανιέται «τυφλά» στα σοκάκια της πόλης και μουρμουρίζει τσιτάτα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη… Και όταν θέλει ή έχει ανάγκη κλέβει ή δουλεύει στο γραφείο του Χοντρού, ντετέκτιβ του υποκόσμου… Συναντά τον 20άρη Μικρό στο σπίτι της παλιάς ερωμένης του, βρίσκει σε αυτόν τον σύντροφό του και αφού καθόλη τη διάρκεια της πορείας του καταστρέφει και καταστρέφεται, στο τέλος φτάνει στην κάθαρση, βρίσκει το δρόμο του.

Η συνάντηση με τον Γιάννη πως συντελέστηκε;

Ν. Κοίταξε μου άρεσε η συμπεριφορά του και μου άρεσε και η φάτσα του. Απλά πράγματα. Την εποχή που βρεθήκαμε για πρώτη φορά δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο που να μπορούσε να μας ενώσει. Μετά όταν άρχισε κάτι να σχηματίζεται, τον είχα αρκετά στο μυαλό μου.

Τον είχατε στο μυαλό σας πριν φτιάξετε το σενάριο της ταινίας;

Ν. Όταν άρχισε να σχηματίζεται το σενάριο και είδα ότι ο ήρωας είχε κάποιες ομοιότητες με το Γιάννη, χωρίς να είναι όμως και αντίγραφό του αφού προέρχεται από κάποιο δικό μου μυθιστόρημα, τον Οργισμένο Βαλκάνιο, είδα ότι μπορούσε να γίνει ένας συνδυασμός πάρα πολύ καλός και στο δεύτερο πια γράψιμο του σεναρίου, άρχισα να τον έχω στο μυαλό μου. Όχι σαν χαρακτήρα, γιατί με τον Γιάννη δεν είχαμε ζήσει κοντά για να τον ξέρω. Απλώς σαν συμπεριφορά, από το λίγο που τον έβλεπα τις μέρες που περνούσαμε μαζί όταν βρισκόμουν Θεσσαλονίκη, διαπίστωσα ότι είχε στοιχεία που μου άρεσαν και κολλούσαν με τον ήρωα της ταινίας. Υπάρχουν και βασικά στοιχεία του ήρωα που δεν είναι του Γιάννη. Απλώς ο Γιάννης τα ερμηνεύει, τα παίζει, τα φτιάχνει, τα γεννάει. Έτσι πήγε, σιγά-σιγά, με αμφιβολίες, με φόβους, με ψαξίματα. Είχε πολύ φόβο, γιατί «εγώ δεν είμαι ηθοποιός» έλεγε, «απλώς θ’ αφεθώ να με πας και θα μπω σιγά-σιγά στη διαδικασία αυτού που λέμε ερμηνεία».

Ποιοι άλλοι παίζουν σε αυτήν την όγδοη αν δεν κάνω λάθος ταινία σας ;

Ν. Εκτός του Γιάννη που είναι ο πρωταγωνιστής, απ’ το πρωί ως το βράδι -μια μέρα μόνο δεν έχει γύρισμα και αυτό δεν είναι σίγουρο- το ρόλο αυτού του νεαρού που συνα­ντάει και του αλλάζει τη ζωή, αλλά κι αυτός αλλάζει τη δική του, τον παίζει ο Συμεών Νικολαΐδης, ο γιός μου, που πρώτη φορά παίζει σινεμά, δεν είναι ηθοποιός. Αν και δεν είναι επαγγελ­ματίες, αυτοί οι δύο, είναι όμως οι άνθρωποι που στηρίζομαι περισσότερο στην ταινία. Προς Θεού όχι ότι τα άλλα παιδιά είναι άσχημα αλλά έχω μια καλύτερη επαφή με αυτούς τους δύο. Αυτοί είναι τα βασικά πρό­σωπα της ταινίας. Μετά παίζει η Ιφιγέ­νεια η Αστεριάδη, που είναι ηθοποιός του θεάτρου και δεν έχει παίξει ποτέ σινεμά, παίζει η Τζένη η Τσιτσέλη, που δεν έχει παίξει ποτέ σινεμά, παίζει μια μιγάδα ονόματι Λουίζ που είναι τρα­γουδίστρια και δεν έχει παίξει ποτέ σινεμά, παίζει μια Ρουμάνα ηθοποιός-μανεκέν που κι αυτή δεν έχει ξανα­παίξει… Και παίζουν και πολλοί μπά­τσοι.

Πότε ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Πότε σας ήρθε πρώτη φορά στο μυαλό;

Ν. Το σενάριο γράφτηκε παράλληλα με το Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου, αλλά δεν μπορούσα να εξασφα­λίσω τα κεφάλαια εκείνη την εποχή για να την κάνω. Τελείωσα την άλλη ταινία και μετά άρχισα να ψάχνω, να ψάχνω, ώσπου βρήκα τα κεφάλαια κι έτσι αρχίσαμε. Είναι σενάριο δύο ετών. Ξαναδουλεύτηκε, ξαναγράφτηκε, έχει περάσει 10-12 γραφές για να φτάσει στο σημείο αυτό.

Ποιος ο ρόλος των γυναικών στον Χαμένο και γενικότερα στις ταινίες σας;

Ν. Οι γυναίκες στις ταινίες μου διατηρούν όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους αλλά έχουν λίγο αντρικές συμπεριφορές. Αυτό για το οποίο με κατηγορούσαν πάντα, ότι πάω να αποξενώσω τις γυναίκες από το ρόλο τους. Λες και αυτό είναι υποτιμητικό για μια γυναίκα.

Ποιό είναι το θέμα που διαπραγμα­τεύεται η ταινία; Πρόκειται για μια Γλυ­κιά Συμμορία του 2000;

Ν. Η ταινία θέτει το ζήτημα της συντροφικότητας. Σε σχέση με τη Γλυκιά Συμμορία, εκεί οι επιλογές έχουν ήδη γίνει. Η συντροφικότητα υπάρχει εκεί, και με βάση αυτή λειτουργούν οι άνθρω­ποι. Και είναι σε όλα τα επίπεδα, στα επίπεδα του έρωτα, του σεξ, παντού. Ενώ εδώ μιλώντας όχι πλέον το 1980, αλλά το 2000, όπου πολλά πράγματα έχουν διαλυθεί και ξανασυντεθεί κι έχουν καταστεί λίγο ανάπηρα πια, αυ­τό που ζητάνε οι ήρωες και το οποίο βρίσκουν, τελικά, και το πληρώνουνε βεβαίως, είναι αυτή η έννοια της συντροφικότητας. Στη Γλυκιά Συμμο­ρία ήταν κατακτημένο, η εποχή το είχε κατακτήσει. Μετά όμως, για είκοσι χρόνια χάθηκε και τώρα, το αίτημα ε­πανέρχεται μέσα απ’ αυτούς τους ή­ρωες.

Είναι δηλαδή οι ήρωες μεταφερμένοι στο 2000;

Ν. Όχι, όχι. Εκείνοι το έχουν απορρί­ψει, αν θέλεις… Είχαν ένα θεωρητικό υπόβαθρο αρκετά ξεκάθαρο._

Ενώ αυτοί τώρα έχουν ένα άλλο θεωρητικό υπόβαθρο, μια τελείως προσωπική αντίληψη κόντρα στη τρέ­χουσα χυδαία πολιτική αντίληψη.

Ξαναψάχνουν να βρουν αυτό που υπήρξε στη Γλυκιά Συμμορία. Είναι αί­τημα των νέων ανθρώπων αυτό το πράγμα. Ο έρωτας κι η συντροφικό­τητα κάνουν επανάσταση. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει τίποτα.

Είναι το ίδιο επείγον το αίτημα της συλλογικότητας; Το να συμμετέχουν οι άνθρωποι σε ομάδες και να δρουν μέσα σε αυτές, πιστεύετε ότι αποτελεί σημαντική υπόθεση για τη ζωή τους;

Ν. Είναι απαραίτητο, απαραίτητο. Οι μονάδες απομονώνονται πολύ εύκολα κι απενεργοποιούνται. Στις ομάδες ακουμπάει ο ένας στον άλλον. Είναι απαραίτητο αυτό, ειδικά στη σημερινή εποχή. Αν δεν σχηματιστούν πυρήνες -ακούγεται βέβαια λιγάκι βερμπαλι­στικό αυτό – έστω και μικροί πυρήνες αντίστασης, δεν πρόκειται να προχω­ρήσει τίποτα αφού έχει χαθεί πια κάθε μέτρο.

Στη Γλυκιά Συμμορία το στοιχείο της ομάδας φαίνεται να είναι έντονο. Τι γίνεται στη νέα ταινία;

Ν. Σίγουρα στη Γλυκεία Συμμορία λειτουργούν κι αποφασίζουν σαν ομάδα. Απ’ τη στιγμή που μπορούν να επιλέξουν να είναι ή να μην είναι ομά­δα, επιλέγουν να είναι ομάδα. Εδώ δεν είναι ομάδα, είναι διαλυμένοι. Το αίσθημα ότι πρέπει να ξανανιώσει ο ένας τον πόνο του άλλου, να ακου­μπήσει ο ένας τον άλλον, να νιώσει το δέρμα του, την αύρα του, το ανακαλύ­πτουν στο δρόμο. Τους βγαίνει στο πάρα πέντε και το πληρώνουν.

Πως αντιμετωπίζεις Γιάννη εσύ το αί­τημα της συντροφικότητας;

Α. Εγώ γεννήθηκα μέσα σε συντρο­φιές, πάλεψα μέσα σε συντροφιές. Και τις μουσικές μας έτσι τις κάναμε. Γενικά πάντα έτσι δούλευα.

Ν. Ο Γιάννης το χει ζήσει αυτό.

Α. Τη δεκαετία του 80, όταν είχε βγει η Γλυκιά Συμμορία, βλέπαμε τους εαυτούς μας σ’ αυτούς τους ήρωες. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Αλλά όλ’ αυτά τα χρόνια, απλά παλεύ­ουμε λίγο πιο σκληρά για τη συντρο­φικότητα.

Αν δεν κάνω λάθος, ανήκες, όπως οι ήρωες του Νίκου και ο ίδιος ο Νίκος, σ’ αυτούς που ήταν κατά της έννοιας της πολιτικής ομάδας, έτσι δεν είναι;

Α. Έτσι όπως ορίζανε την πολιτική ομάδα την πολιτική ατμόσφαιρα, ναι.

Πως αντιμετώπιζες όμως αυτούς που ανήκαν σε πολιτικές ομάδες, στην αρι­στερά, ας πούμε. Τους έβλεπες θετικά με την έννοια ότι η στάση τους πρό­σφερε στο σύνολο;

Α. Κοίταξε, ο πατέρας μου ήταν στο ΚΚΕ και είχα πάντα μαζί του μια σχέση αγάπης και μίσους. Υπήρχαν στιγμές που συντονιζόμουνα με τα ιδανικά του και με τα εφηβικά του οράματα και στιγμές που τσαντιζόμουνα πάρα πο­λύ με το δογματισμό του, με τη στενό­τητα με την οποία έβλεπε τα πράγμα­τα, μέσα από τους συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους.

Ο δογματισμός αυτός εντο­πιζόταν μόνο στα πολιτικό του πράγματος ή σκεφτό­σουν καμιά φορά ότι οι αριστεροί έχουν ηθική πο­λύ στενή και στην καθημε­ρινή τους ζωή;

Α. Πρόκειται για άλλη γενιά που είχαν άλλα βιώματα, ονειρεύτηκαν μ’ άλλο τρό­πο έναν καλύτερο κόσμο, όποιος κι αν ήταν αυτός, οπότε και τους συγχωρείς και τους ηρωοποιείς κάποι­α στιγμή, ενώ άλλες φορές θυμώνεις μαζί τους. Εντά­ξει, στο κάτω-κάτω, νομίζω ότι για τα αρνητικά που κουβαλήσανε δεν φταίγανε οι ίδιοι.

Το τοποθετείς περισσότερο σαν σημείο της εποχής, της γενιάς τους.

Α. Ε, ναι. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθα περισ­σότερο κοντά σ’ έναν αριστερό παπ­πού, παρά σ’ έναν πιτσιρικά δεξιό. Χω­ρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχα και πολλές διαφωνίες με τον παππού αυ­τόν, με τον πατέρα μου δηλαδή.

Σε σχέση μ’ αυτό που είπε ο Νίκος, ότι έπαψε να υπάρχει συντροφικότητα τα τελευταία 20 χρόνια;

Α. Θα βγει από αλλού. Εγώ τη βλέπω να βγαίνει. Εντάξει, δεν υπάρχει η συντροφικότητα της δεκαετίας του 80, αλλά εκείνο ήταν άλλο ντεκόρ, άλλη ατμόσφαιρα. Τώρα είμαστε στο 2000 και βάλε και γίνεται αλλιώς. Κάποιες στιγμές ακόμα και μέσα απ’ το Ιντερνέτ, μπορεί να βγουν και μερικά ωραία πράγματα, πέρα απ’ την ανοησία. Όλοι ψάχνανε μέσα από κόμματα, αλλά υπήρχε κι ένα κομμάτι νέων που προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα άλλο μονοπάτι, να βγει προς κάπου αλλού. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, αλλά στη σύγχρονη ατμόσφαιρα. Τώ­ρα είναι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, η υπερκατανάλωση, το άγχος για ε­παγγελματική αποκατάσταση, ο άν­θρωπος της οικονομίας. Αλλά κάποια παιδιά πάλι παρεκκλίνουν. Και τότε ήμασταν λίγοι και τώρα λίγοι είναι.

Σήμερα όμως που υπάρχει όλος αυτός ο κατακλυσμός των πληροφο­ριών, αυτή η φοβερή ταχύτητα στην εξέλιξη της τεχνολογίας και αλλάζουν πολύ πιο γρήγορα οι συνθήκες και οι παραστάσεις, μπορεί ένας νέος να αντιμετωπίσει με ισορροπία όλα αυτά τα πράγματα; Ν’ ακούσει τη μουσική του, να διαβάσει ένα βιβλίο και να πα­ρακολουθήσει και το Ιντερνέτ;

Α. Αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αν στην εποχή μας υπήρ­χαν κάποια άτομα και μπορούσαν βο­ηθούμενοι μέσα από τη ιδιαιτερότητα της όλης εποχής να πάνε από τη με­ριά κάποιου περιθωρίου ιδεολογικού ή υπαρξιακού, τώρα νομίζω ότι τα άτομα που το κάνουνε είναι ακόμα πιο κλεισμένα. Οι επιλογές πια είναι πολύ πιο αυστηρές, δεν κάνεις πλάκα, αν αποφασίσεις. Η εποχή απαιτεί περισ­σότερη συνειδητοποίηση και ευφυΐα για να σταθείς και να μην καταλήξεις γραφικός, να κάνεις ουσιαστικά και δημιουργικά πράγματα δίπλα σ’ ένα χάος που συμβαίνει.

Ν. Κοίταξε, όπως υπάρχει τώρα η λούμπα του Ιντερνέτ, που είναι στην ουσία μια λεωφόρος σκουπιδιών, ό­που πρέπει να ψάξεις σε πολύ βάθος για να πάρεις την πληροφορία που θέ­λεις, γιατί περνάνε 5000 σκουπιδιά­ρικα και περνάει κι ένα αμαξάκι με άλογα κι άντε να το πάρεις είδηση εσύ. Τώρα χρειάζεται μεγαλύτερη άσκηση στην αντίληψη.

Ν. Χρειάζεται επιλογή, απότομη απόρριψη, και να εκπαιδεύσεις κάπως τη διάθεση σου απέναντι στο μέσο, να μη το δεις πια έτσι χολιγουντιανά κι ελαφρά, να μπεις μέσα στη σοβαρότη­τα του και να μπορέσεις να καταλήξεις κάπου. Πρέπει να παίρνεις και να πε­τάς. Τα πολύ σοβαρά πράγ­ματα που υπάρχουν στο Ιντερνέτ, για να τ’ ανακαλύ­ψεις θες πολύ σκάψιμο. Και συνήθως όλοι μένουν στην επιφάνεια ή πάνε στους δέ­κα πόντους.

Παίζει ρόλο κι ο χρόνος που θ’ απορρίψεις κάποια πράγ­ματα. Αν φας πάρα πολύ χρόνο για να φτάσεις έστω να βρεις το αλογάκι εκείνο, που περνάει, μπορεί να σε αποσπάει από άλλα πράγ­ματα που θα μπορούσες να κάνεις.

Α. Απλά τώρα αν ξέρεις πραγματικά τι θέλεις, μπορείς να μειώσεις το χρόνο.

Σωστά. Ξανά στη ταινία μας όμως. Γιάννη είσαι κοντά σαν άνθρωπος με το ρόλο που παίζεις;

Α. Ο Νίκος έχει χτίσει ένα χαρακτήρα που έχει κάποια στοιχεία δικά μου κι κάποια στοιχεία που είναι από αλλού, κι εκεί πέρα ζορίζομαι λίγο. Αν και τώρα, όσο περνάει ο καιρός, ζορίζο­μαι περισσότερο εκεί που πρέπει να είμαι εγώ, παρά εκεί που πρέπει να είναι ο άλλος.

Ν. Έχει αρχίσει η τελική διαδικασία της ταύτισης. Είναι άσχημο πράγμα.

Μόνο άσχημο είναι; Δεν έχει και κάποια θετικά αυτή η διεργασία;

Ν. Κοίταξε, άνθρωποι σαν το Γιάννη, που δεν είναι επαγγελματίες, που ποιούν ήθος με άλλο τρόπο και ξαφνι­κά, επεμβαίνουν έτσι άγρια στον ψυχι­σμό τους για να γίνουν οι απαραί­τητες μεταθέσεις και να στήσουν ένα ήρωα που σε πολλά σημεία μπορεί να διαφωνούν και μαζί του, μετά πρέπει να μεσολαβήσει ένα κάποιο αναγκαίο διάστημα για να ξαναβρούν αυτό που ήταν πριν την περιπέτεια της ταινίας, που μπορεί να κρατήσει και μήνες. Ενώ ο επαγγελματίας δεν προλα­βαίνει. Μια μέρα θα κάνει τον εκπβξ δευτή αλόγων και την άλλη μέρα θα κάνει έναν πλούσιο κύριο πίσω από ένα γραφείο.

Η ταινία γυρίζεται με φιλμ ή με ψηφιακό βίντεο;

Ν. Ναι, με φιλμ.

Ποια η άποψη σας για το ψηφιακό;

Ν. Κοίταξε, εγώ έπεσα στη λούμπα και γυρίζω με φιλμ Δεν ήθελα να γυρίσω με φιλμ. Από δω, από κει με στριμώξανε οι διευθυντές παραγωγής και οι διευθυ­ντές φωτογραφίας και μου είπαν ότι μια τέτοια ταινία, έτσι αξιόλογη και τα λοιπά πρέπει να τη γυρίσουμε σε φιλμ. Εγώ δεν ήθελα να το κάνω αυτό, γιατί το φιλμ, η βαριά η μηχανή η Άριφλεξ που ζυγίζει 200 κιλά κι όλα αυτά είναι ένα τεράστιο φορτίο. Εγώ νομίζω ότι η υπόθεση φιλμ πρέπει να σταματήσει επειγό­ντως.

Δεν έχετε γυρίσει με ψηφιακό όμως καθόλου μέχρι τώρα.

Ν. Όχι, άλλα άμα ξανακάνω ταινία θα γίνει ψηφιακή οπωσδήποτε. Πέραν του ότι είναι δύσχρηστη όλη αυτή η συμπεριφορά της μηχανής κτλ και στοιχίζει τρομαχτικά χρήματα το φιλμ, θες να κάνεις μια 4η μια 5η επανά­ληψη σ’ έναν ηθοποιό και δεν το κά­νεις γιατί αυτό θα σου στοιχίσει, θα σου ανεβάσει ίσως και 30 τοις εκατό το κόστος της παραγωγής. Νομίζω ότι είναι ηλιθιότητα πια να γυρίζουμε με φιλμ.

Το θέμα της αισθητικής;

Ν. Οι διαφορές είναι ελάχιστες. Απ’ τη στιγμή που θα προσέξεις, θα προϋπο­λογίσεις ότι αυτό το υλικό, θα πρέπει να περάσει μια επεξεργασία, δηλαδή να περαστεί σε φιλμ, να βγει ένα νεγκατίφ κι από κει να τραβάς, αν προϋπολογίσεις τα χασίματα που θα έχεις, στη διαφάνεια, στη φωτογρα­φία, στο χρώμα, σ’ οτιδήποτε, τότε θα φτάσεις σε πάρα πολύ καλά αποτελέσματα.

Γιάννη σε σένα τώρα. θα θέλαμε να μάθουμε και μερικά πράγματα για τις Τρύπες. Η μουσική σας απευθυνόταν μόνο στη νέα γενιά ή και στους σαραντάρηδες της εποχής;

Α. Εμείς δεν κάναμε ποτέ μουσική για πιτσιρικάδες, κάναμε τη μουσική που μας άρεσε.

Υποθέτω ότι είχε μάλλον μεγαλύτερη απήχηση στους πιτσιρικάδες.

Α. Απλά συνέβαινε, κι ήταν ωραία που συνέβαινε, γιατί δεν πέφταμε, δεν χαμηλώναμε ποτέ στο εφηβικό ροκ για να γλυκάνουμε ή να αγριέψουμε τους πιτσιρικάδες. Εμείς μιλάγαμε για τους εαυτούς μας, για το πώς βλέπα­με τα πράγματα και το ότι κάποιος πιτσιρικάς, όταν εγώ ήμουν τριάντα πέντε κι αυτός είκοσι την «άκουγε» με τη μουσική μας, εμένα αυτό μ’ έκανε να νιώθω καλά γιατί βοηθούσε τα πράγματα να ανεβούνε λίγο προς τα πάνω, δεν κατέβαιναν…

Πως βλέπεις τους σημερινούς πιτσιρικάδες και γενικότερα την τη σημερινή εποχή;

Α. Ε, συμβαίνει αυτό που συμβαίνει πάντοτε. Κάποιοι είναι ψυλλιασμένοι, ανήσυχοι, θέλουν να παρεκκλίνουν απ’ το μέσο όρο, να δοκιμαστούν αλλού. Όσο περνάνε, βέβαια, τα χρόνια όλο και λιγότεροι είναι αυτοί. Αλλά πάντα υπάρχουν φάτσες που φτιάχνουν πράγματα.

Σκοπεύετε να βγάλετε καινούριο δίσκο ή να κάνετε κάποιες συναυλίες;

Α. Κοίτα, συναυλίες και δίσκος, για τα επόμενα δύο, ή τουλάχιστον για τον επόμενο έναν χρόνο, όχι. Ο λόγος;

Α. Κάνουμε άλλα πράγματα. Είκοσι χρόνια, έχουμε ανάγκη να κάνει ο καθένας δικά του πράγματα.

Αυτό έχει να κάνει και με τα άλλα μέλη του συγκροτήματος;

Α. Κοίτα δεν είναι τυχαίο ότι τη συγκεκριμένη εποχή ο καθένας κοιτά­ζει και προς κάπου αλλού.

Κι οι άλλοι μπήκαν στο σινεμά;

Α. Ο Μπάμπης ετοιμάζει τώρα ένα δίσκο με το Θανάση τον Παπακωνσταντίνου, ο Τόλιος με τον Ασκληπιό κά­νουν μια μπάντα χαρντ-ροκ. Ασχολούμαστε έτσι και μ’ άλλα θέματα.

Ναι, αλλά οι Τρύπες δεν διαλύουν, έτσι;

Α. Όχι.

Αυτή η φάση δεν έχει να κάνει με κορεσμό των σχέ­σεων σας μεταξύ σας ή με τη μουσική;

Α. Σίγουρα χρειαζόμαστε ξεκούραση. Κορεσμός τώρα; Κι εμένα μ’ ενδια­φέρει να δουλέψω και μ’ άλλα όργανα και μ’ άλλους ήχους. Δεν σημαίνει ότι μετά από δυο χρόνια δεν μπορούμε να πούμε, ωραία, ηλεκτρικές κιθάρες και φύγαμε πάλι. Κατάλαβες; Μη ζητάς μια απόλυτη απάντηση σ’ αυτό. Είναι διαθέσεις κατά εποχές. Ανησυ­χίες, δημιουργικότητα που πηγαίνει αλλού.

Μετά από είκοσι χρόνια μουσική, τι αίσθηση σου έχει μείνει γενικά από τη μουσική, όχι μόνο απ’ αυτό που δώσατε ή που πήρατε, αλλά από όλη τη σκηνή, απ’ το εμπόριο. Γενικότερα, όταν κάτι το κάνεις για τον εαυτό του, και ξαφνικά γίνεσαι ίνδαλμα, όταν παίρνεις κάποια χρήματα που ίσως να μην ονειρευόσουν ποτέ ότι θα πάρεις, ότι οι δισκογραφικές…

Ν. Αλήθεια, απ’ τις δισκογραφικές πήρες χρήματα; (γέλια)

Α. Όσο να ‘ναι, ναι. Σκέψου ότι απ’ το 85 ως το 92 ήμουν άφραγκος. Είχαμε κάνει 3 δίσκους, είχαμε όνομα κι ακόμα από τότε υπήρχαν πιτσιρικάδες που έλεγαν «Αγγελάκα, τα ‘κονόμησες» κι εγώ γελούσα γιατί περπατού­σα στο δρόμο και δεν είχα ούτε ένα 500άρικο στην τσέπη. Αλλά είναι αλήθεια ότι ξαφνικά από το ‘92 μέχρι σήμερα ζήσαμε διαφορετικά και πιο άνετα. Αλλά και πάλι δεν τρέχει τίποτα γιατί ακριβώς είχαμε γυμναστεί τόσο πολύ επί 10 χρόνια στην ανέχεια και στην πίστη βέβαια ότι αυτό που κάνουμε αξίζει, που όταν πια ήρθε η αναγνώριση απλά νιώσαμε μια ικανο­ποίηση μέσα μας. Κοίταξα, να χρησι­μοποιήσω την επιτυχία για να συνεχί­σουμε να κάνουμε αυτά που μας ενδιέφεραν κι αυτά που είχαμε στο μυαλό μας. Μετά τα 9 Πληρωμένα Τραγούδια μπορούσαμε να ‘χουμε περισσότερα λεφτά για την παραγωγή ενός δίσκου. Εμείς κάνα­με το δίσκο, που θα κάνα­με έτσι κι αλλιώς. Μάλλον όχι, μπορεί να μην τον κάναμε τόσο καλό, γιατί αν δεν είχαν πουλήσει τα 9 Πληρωμένα, δεν θα μας έδιναν τα λεφτά για να κάνουμε μια αξιοπρεπή παραγωγή την επόμενη φορά.

Μόνο σαν παραγωγή μπορεί να ήταν διαφορετικός…

Α. Ναι, αλλά σαν άποψη πάλι εκεί θα ήταν. Αν θέλεις, οι επόμενοι δίσκοι είχαν και μια μεγαλύτερη αυτοπεποί­θηση, πια.

Και ωριμότητα;

Α. Και ωριμότητα και αυτοπεποίθηση, ότι τελικά καταφέραμε αυτό το θόρυ­βο που πιστεύαμε εδώ και δέκα χρό­νια, να τον έχουμε φτάσει σε κόσμο που τον ακούει και μας στηρίζει και οικονομικά και ηθικά. Οπότε..

Ν. Πες και την πρόταση που σας έκαναν μετά.

Α. Ε, ας το αυτό, δεν θα το κάνουμε θέμα.

Ωπ, θα βγάλει δημοσιογραφική είδηση εδώ ο κύριος Νικολαΐδης.

Ν. Όχι, παιδιά, αυτό είναι καταπλη­κτικό.

Α. Εν πάση περιπτώσει δεν εκμεταλ­λευτήκαμε ποτέ την κατάσταση μόνο για τη καριέρα. Νιώθω πολύ ικανο­ποιημένος ως τώρα. Έκανα αυτό που ήθελα χωρίς να προδώσω ποτέ τον εαυτό μου. Όλα αυτά δόξα κτλ, ούτε με φρενάρανε, ίσα-ίσα κοίταξα να γυρίσω μέσα μου για να βρω κουρά­γιο να συνεχίσω αυτό που αγαπάω.

Δεν πρόδωσες τον εαυτό σου, αλλά ένιωσες κάποια στιγμή ότι σε εκ­μεταλλεύονται οι δισκογραφικές;

Α. Ε, καλά εντάξει, ναι. Όταν είσαι οπλισμένος δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Και κοντράραμε και παλέψαμε και μας απείλησαν και φύγαμε και ξαναγυ­ρίσαμε.

Τότε που υπήρχε ένας πόλεμος;

Α. Και μετά, και μετά, γιατί όταν ξαφνικά άρχισαν να πέφτουν τα πολλά λεφτά, έπεσαν πάνω μας διάφορα κοράκια του χώρου, μάνα­τζερ, διοργανωτές συναυ­λιών, μεγαλοδημοσιογράφοι, ό,τι θέλεις. Εντάξει, όποτε βλέπαμε ότι το πράγ­μα βρωμάει σηκωνόμα­σταν και φεύγαμε. Το απο­τέλεσμα ήταν ότι φάγαμε επίθεση και απ’ τον τύπο και, κι άλλου είδους επιθέσεις, όπως στο Λυκα­βηττό.

Και οι ίδιοι που σας είχαν επιτεθεί παλιότερα, σήμερα σας πλέκουν το εγκώμιο…

Α. Ε, εντάξει μωρέ, σιγά το θέμα, Αυτό είναι κλασική ιστορία.


Δεν σας ενοχλεί δηλαδή;

Α. Το χουμε δει εκατό χιλιάδες φορές, δηλαδή σ’ όλη την ιστορία του πολιτι­σμού στην Ελλάδα, σκάνε άνθρωποι, ανοίγουν μονοπάτια, τους πολεμάνε όσο ζουν, μόλις δουν ότι κάτι παίζεται, είτε στην πορεία αποκτούν κάποια δύναμη, αρχίζουν σιγά-σιγά. Η ιστορία γράφεται στις καρδιές. Ότι και να κάνουν οι δημοσιογράφοι, δεν πρόκει­ται να γίνει τίποτα. Όταν καταλαβαί­νουν ότι κάποια στιγμή η ιστορία έχει γράψει, πρέπει να την αποδεχτούν, αλλιώς είναι καραγκιόζηδες, έχουν βγει απ’ το παιχνίδι.

Τα πρώτα χρόνια που υπήρχε αυτή η δυσκολία, το κουράγιο από που πήγαζε; Ήταν αυτή η πίστη στη μουσική; Σ’ αυτή τη διαφορετικότητα;

Α. Ναι, ναι. Εγώ πίστευα πάντα ότι η μουσική μας άξιζε να βγει παραέξω, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε κανένα τέτοιο σημάδι. Κι ότι θα τα καταφέρ­ναμε, το ήξερα.

Δεν σας πέρναγε απ’ το μυαλό να τα παρατήσετε;

Α. Όχι, ποτέ. Μα δεν είχα να κάνω και τίποτα άλλο. Αν τα παρατούσα, θα πήγαινα στην Κρήτη, θα μάζευα σταφύλια.

Ν. Είναι αυτό που πήγαινα να πω εγώ, ότι αν τα έχεις φέρει έτσι κι έχεις φτιάξει τον εαυτό σου, έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη τίποτα και να μην έχει να χάσει τίποτα, τότε πια είσαι ελεύ­θερος να κάνεις ό,τι θέλεις. Και όλα αυτά τα πράγματα, που πολύ λογικά ρωτάς, δεν μετράνε. Δεν μπαίνουνε, δηλαδή, στην καθημερινή προβλημα­τική. Αυτά τα ερωτήματα είναι αδια­νόητα, ανύπαρκτα.

Α. Κάποια στιγμή κουβαλάς και κάτι μέσα σου, έναν πόθο, κάτι, ξέρω κι εγώ. Κάνεις πράγματα γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, θα πέθαινα αν έκανα οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτό που έκανα όλα εκείνα τα χρόνια και κάνω μέχρι σήμερα. Σήμερα μπορεί να φαίνεται ηρωικό. Εγώ ένιωσα ότι ήμουν με την πλάτη στον τοίχο κι έπρεπε ν’ αντιδράσω. Δεν το νιώθω ως ηρωική πράξη. Το νιώθω ως πράξη επιβίωσης.

Η εξέλιξη της μουσικής σας τα τελευταία χρόνια, της μορφής της, ήταν αυτή που θέλατε;

Α. Εν μέρει. Υπάρχουν στοιχεία στους δυο τελευταίους δίσκους για κάτι άλλο, το οποίο μάλλον μες στις Τρύ­πες δεν μπορούσε να γίνει, γι αυτό το λόγο τώρα, αυτόν τον καιρό ψάχνουμε να το κάνουμε με άλλον τρόπο.

Η επαφή σου με την υπόλοιπη μουσική; Αυτοί που σου άρεσαν, σε επηρέασαν;

Α. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία. Εγώ νιώθω απλά ευγνωμοσύνη που έζησα την εποχή του πανκ. Γιατί ενώ είχα μέσα μου ανησυχίες, ήμουν πολύ τεμπέλης, δεν σπούδασα μουσική και τέτοια και με το πανκ κίνημα κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να σπουδάσω για να πω όσα έχω να πω. Μας έδειξαν ένα στυλ, ότι παιδιά εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, μπορούμε να το κάνουμε κι αλλιώς. Μας έδωσαν δύναμη εκείνα τα χρόνια. Κι από την επιτάχυνση εκείνων των χρόνων, φτάσαμε εδώ που είμαστε σήμερα. Νιώθω ευγνω­μοσύνη που έζησα την εποχή της πανκ, που το 78 ήμουν 18 χρονών.

Δηλαδή, οι κύριες επιρροές σου ήταν πάντα μέσα από τη μουσική;

Α. Ναι, κάπως έτσι.

Από την ίδια τη ζωή;

Α. Γύριζα συνέχεια στο δρόμο, σου λέω. Βαριόμουν να πάω στα ωδεία, βαριόμουν να κάνω μάθημα, βαριό­μουν να.. Στο δρόμο ήμασταν, εκεί μαθαίναμε. Κιθάρες παίζαμε στο δρόμο, όταν βαριόμασταν γυρνάγαμε, φεύγαμε στην Κρήτη. Με φωνάζανε γύρνα πίσω να κάνουμε καμιά πρόβα, εγώ ξεχνιόμουνα εκεί.

Άρα στην ουσία τέχνη και ζωή είχαν γίνει το ίδιο πράγμα.

Α. Ναι, εμένα μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα δυο έτσι να τα βλέπω, να βλέπω τη σημασία τους. Μάλλον πιο σημαντική θεωρώ τη ζωή. Τη ζωή, για να νιώθω ότι, φέτος, ο Γιάννης νιώθει μέσα του καλύτερα, κατέκτησε ακόμα μερικά πράγματα. Αν αυτό έγινε μέσω της τέχνης, ΟΚ.

Πως αντιμετωπίσατε προτάσεις από κρατικούς φορείς, Υπουργείο Πολιτι­σμού και τέτοια;

Ν. Ε, πέστες μας ντε! Γιατί εκεί είναι το θράσος του συστήματος, όπου κοιτά­ζει να οικειοποιηθεί φόρμες εκτός των τειχών, για να μπορέσει να αναβαθμι­στεί και να πει, κοιτάξτε, έχουμε και τη μπουτίκ.

Α. Οι Τρύπες είχαν πάντα μια απέχθεια για οτιδήποτε στηριζόταν από το κράτος. Κάποιες φορές παίξα­με με δήμους, αλλά ποτέ με το ίδιο το κράτος. Κι ούτε έχουμε πάρει προτάσεις απ’ το Υπουργείο Πολιτι­σμού, κτλ.

Ν. Αίσχος.

Α. θα μου φαινόταν πολύ αστείο να πηγαίνουμε να παί­ζουμε υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, ας πούμε.

Σας έγινε πρόταση όμως παλιότερα να παίξετε στη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική πρω­τεύουσα.

Α. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αρνιόμασταν κάθε λοβιτούρα και συναλλαγή γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να βουτήξεις εκεί μέσα και να βγεις καθαρός. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο ήταν ο Θεοδωρίδης ο δήμαρχος, πήγαμε από ευγένεια, μας είπε ότι είχε προτεί­νει να παίξουν όλοι οι καλλιτέχνες δω­ρεάν και τα λεφτά να χρησιμοποι­ούνταν για να καθαριστεί ο Θερμαϊκός και του είπα ότι έτσι κάναμε όσες συ­ναυλίες ήθελε. «Ναι, αλλά αν βγείτε και πείτε τέτοια πράγματα θα σας φά­νε ζωντανό οι μεγαλοσυνθέτες » μου απάντησαν μας είπε ο κ. Θεοδωρίδης και φύγαμε για να μας συκοφαντήσει ξεδιάντροπα μετά, εμας και άλλους καλλιτέχνες ότι τα παίρνουμε έμμεσα από την Πολιτιστική αλλά αρνιόμαστε να παίξουμε γι αυτήν και για να καταπιεί τη γλώσσα του όταν του ζητή­σαμε να μας πει σε ποιες εκδηλώσεις χρηματοδοτημένες από την Πολιτι­στική είχαμε παίξει.

Οπότε η πολιτικοποίηση του συγκρο­τήματος φαίνεται μόνο απ’ τις κινήσεις του κι όχι ακριβώς απ’ το περιεχόμενο της μουσικής.

Α. Εγώ νομίζω ότι το συγκρότημα στιχουργικά ήταν πολιτικοποιημένο, αλλά με την πλατιά έννοια, δεν ήταν.

Δεν ήταν λοιπόν σε καμιά περίπτωση δογματικό και δεν ήθελε να κατευ­θύνει τους οπαδούς.

Α. Όχι, βέβαια, προς Θεού. Νομίζω αν ένα μήνυμα ήθελαν οι οπαδοί, οι φανς, να πάρουνε, μπορούσαν να δουν τη συμπεριφορά μας κι όχι τι λέμε. Πώς

αντισταθήκαμε ολ αυτα τα χρονιά, πώς σταθήκαμε, πως κάναμε τη μου­σική μας, τι πολεμήσαμε, αλλά αυτά είναι το πίσω, το μπακγκράουντ της ιστορίας.

Μάλλον θάθελα να μου πεις αν πιστεύεις ότι αυτά τα οποία επιδίωξες να δώσεις στους οπαδούς του συγ­κροτήματος, μπόρεσαν να τα πάρουν άτομα που σε αποκαλούν από ποιητή μέχρι Θεό;

Α. Ε, όχι, εντάξει. Μ’ αυτό δεν ασχολή­θηκα ποτέ. Εκτός από μια πολύ μικρή εποχή όταν το γκρουπ είχε ανέβει πο­λύ, μετά τα 9 Πληρωμένα, όπου πέρα­σα ένα υπαρξιακό, τώρα τι κάνω, ένιω­σα λίγο χαμένος. Συνεχίσαμε να κά­νουμε ότι είχαμε σκοπό αδιαφορώ­ντας για οποιαδήποτε παραποίηση τί­τλου.

Ν. Καμιά άλλη πρόταση σου ‘χουν κάνει έτσι, πιο βαρβάτη;

Α. Εντάξει, λοιπόν. Είναι κάτι που συνέβη πριν ένα μήνα.

Ν. Ε, μην το πεις και μετά με κατηγορήσεις ότι το είπα εγώ (γέλια).

Α. Πριν ένα μήνα, υας έκαναν μια πρόταση, για να βάλουν ένα κομμάτι μας σε μια διαφημιστική καμπάνια και αρνηθήκαμε. Αυτό ήταν.

Πόσα ήταν τα χρήματα;

Μας το ζητούσαν για ένα μυθικό ποσό. Πάντως δεν το κάναμε για να φανού­με. Απλά δεν γινόταν να το κάνεις. Θα χάναμε τον ύπνο μας.

Κάνεις κάποιες παραγωγές σε κάποια συγκροτήματα καινούρια;

Α. Ναι, ναι.

Τι πιστεύεις για το ελληνικό ροκ;

Α. Γίνονται πράγματα, δεν γίνονται φοβερά πράγματα, αλλά κάποια στιγμή, όταν έγινε το μπαμ με τις Τρύπες, είπα «εδώ είμαστε, τώρα θα βγούνε μπάντες και θα πούνε τα πράγματα έτσι όπως είναι». Το πίστεψα αυτό, είμαι τόσο βλάκας που το πίστεψα. Αλλά οι εταιρείες άρχισαν να ψά­χνουν για την απομίμηση Τρύπες, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν όλα αυτά τα απίθανα γκρουπάκια που απλά μιμούνταν. Δεν κάθισαν ποτέ να προσέ­ξουν τι έγινε από πίσω, το μπακγκράουντ, πώς έγινε αυτή η ιστορία. Νόμιζαν ότι με τον πρώτο δίσκο θα γίνουν σταρ. Κάποια στιγμή βρέθηκαν τα Ξύλινα Σπαθιά που ήταν μια πιο συνε­τή περίπτωση και μετά ήρθαν οι Πυξ Λαξτο πράγμα ξενέρωσε τελείως κι η ιστορία του ροκ οδηγήθηκε στον προ­θάλαμο του σκυλάδικου.

Από κει και πέρα ποιες άλλες ασχο­λίες υπάρχουν στη ζωή σου;

Α. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει χρόνος για άλλες ασχολίες. Δουλεύουμε 15 ώρες το 24ωρο. Συν ότι υπάρχει κι ένα σάουντρακ που ψιλοετοιμάζεται κι αυτό.

Εκτός από το σάουντρακ στο Χώμα και Νερό άλλη επαφή με τον κινη­ματογράφο, στη μουσική επάνω είχες ποτέ;

Α. Είχαμε κάνει κάτι κομμάτια για μια ταινία του Γραμματικού Η Εποχή των Δολοφόνων.

Είχε βγει ένα μικρό σιντάκι, ε; 20 λεπτά;

Α. Ναι. Α και επίσης κάποτε ο Παναγιωτόπουλος πήρε ένα δίσκο που δεν τον είχαμε βγάλει το Ένα Υπέροχο Τίποτα και τον έκανε σάουντρακ στην ταινία του.

Έχεις γράψει και ποίηση;

Α. Ποίηση δεν μου αρέσει να το λέω. Έχω τυπώσει λογάκια.

Τι πιστεύεις γι αυτά σήμερα;

Α. Μου αρέσουν ακόμα.

Τώρα γράφεις τίποτα; Κανένα μυθιστόρημα, ίσως;

Α. Όχι. Δεν θα μπορούσα να κάνω τέτοιο πράγμα. Άλλοι είναι γι αυτά.

Όχι το λέω επειδή πολλοί γράφουνε σήμερα. Έχει γίνει της μόδας, γι αυτό λέω, μπορεί να γράφεις κι εσύ τίποτα.

Ν. Τι να γράψει, μωρέ; Εδώ τον τελευταίο χρόνο δουλεύουμε 15-17 ώρες την ημέρα, δουλεύουμε και την ώρα που κοιμόμαστε.

Α. Όχι, αλλά μυθιστόρημα δεν θα έγραφα ποτέ, Νίκο μου, δεν είναι του..

Ν. Μην το λες αυτό, δεν ξέρεις, θα μπορούσες να την αράξεις κάποια στιγμή στην Κρήτη και να σου τη δώσει, ας πούμε… Είσαι και μικρός ακόμα..

Α. Σαράντα δύο. Α, πολύ μικρός.

Ν. Βρέφος.

Έχεις καταγωγή απ’ την Κρήτη;

Α. Όχι, αλλά έχω έρωτα με την Κρήτη, πνευματική καταγωγή.

Η γνώμη σου για τις γυναίκες;

Α. Α, η καλύτερη.

Έτσι απλά, ε; Δεν έχεις τίποτα τραυματικές εμπειρίες, δηλαδή, να λες είναι έτσι, είναι αλλιώς… Αν και όλοι έχουμε.

Α. Όχι, μωρέ, σιγά. Μόνο ερωτικά, δηλαδή, πρέπει να ‘χεις τραυματικές εμπειρίες; Νομίζω ότι τις περισσό­τερες τραυματικές εμπειρίες τις είχα από άντρες, με φιλίες προδομένες και τέτοια, παρά από έρωτες.

Ποιά η σχέση σου με τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία;

Α. Και στη λογοτεχνία μου αρέσουν τα κλασικά πράγματα. Ο Ντοστογιέφσκι και άλλοι πολλοί. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, ο Νίτσε.

Α. Ναι, είναι θεός μου.

Και η δική σας επόμενη ταινία, κύριε Νικολαΐδη;

Ν. Α, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Εγώ έχω αποφασίσει ν’ ασχοληθώ με την παρα­γωγή δίσκων, να συμμαζέψω λιγάκι τον Αγγελάκα. Του λέω, Αγγελάκα, τι λες; Να σου κάνω την παραγωγή του επόμενου δίσκου; Μου λέει, εγώ με βλέπω να γίνομαι ψιλοσκηνοθέτης.

Ν. Όπως βλέπετε, παιδιά, ο Αγγελάκας σιγά-σιγά βάζει τις πυτζάμες, με τρόπο (γέλια).

Ν’ αφήσουμε και τίποτα άλλο και για το επόμενο τεύχος, ρε παιδιά;

Ναι, αμέ. Σας ευχαριστούμε και τους δύο για την πολύ ενδιαφέρουσα και ευχάριστη κουβεντούλα μας.

(Τις ερωτήσεις στον Γιάννη Αγγελάκα για τις Τρύπες και τη μουσική του πορεία τις έκανε ο συντάκτης του περιοδικού Γιάννης Σίμος. Την απομαγνητοφώνηση έκανε η Δώρα Θυμιοπούλου. Τις φωτογραφίες από τα γυρίσματα μας παρείχε η κ. Μαρι-Λουίζ Βαρθολομαίου σύζυγος του κ. Νικολαΐδη και στενός του συνεργάτης για χρόνια, την ευχαριστούμε όπως και τον κ. Νικολαΐδη για τη ζεστή φιλοξενία.)

Advertisements

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: