Συνέντευξη Βιτόριο Ταβιάνι με Γιάννη Καραμπίτσο και Γιώργο Μαλιώτη

syn_tav_kar_mal_sel43_.jpg
 photos: Στέλλα Στυλιανού

Πως αισθάνεστε που βρίσκεστε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα;

Χαίρομαι που είμαι μαζί σας σήμερα στην Αθήνα. Και ο λόγος για τον οποίο χαίρομαι, που βρίσκομαι εδώ, είναι ότι, ο Πάολο και εγώ, αισθανόμαστε πολύ περισσό­τερο γιοι και εγγονοί του ελληνικού παρελθόντος, από ό,τι του ρωμαϊκού. Κάναμε κλασικό Λύκειο στην Ιταλία, όπου διδάσκονται τόσο τα λατινικά, όσο και τα αρχαία ελληνικά. Υπήρχαν εκεί δύο ομάδες αντιμαχόμενες: οι λατινιστές και οι ελληνιστές. Οι λατινιστές υποστήριζαν πάρα πολύ την Αινειάδα, ενώ οι ελληνιστές την Οδύσ­σεια και την Ηλιάδα. Εμείς ήμασταν με την ομάδα των ελ­ληνιστών. Η οπτική ανακάλυψη της ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ελληνικής γλυπτικής, μας έκανε να έρθουμε σε εκείνη τη σχέση του δημιουργήματος το οποίο αντιπαρατίθεται με το χά­ος. Η αρμονία αυτής της αντιπα­ράθεσης είναι αυτό που γεννιέται από κάθε τραγωδία και δίνει τη δύναμη που βρίσκει κανείς στην τραγωδία. Ο Σοφοκλής με τον Οιδίποδα ίσως να έκανε την πρώτη μεγάλη αστυνομική ται­νία! Το παρελθόν σας – και πιο πολύ – η αρχιτεκτονική σας, η γλυπτική σας, τα θεατρικά έργα, κυρίως το θέατρο, ανήκουν σε αυτό που ανταποκρίνεται στο όραμα για την πραγματικότητα που εμείς έχουμε. Θέλω να δώσω ένα παράδειγμα: εμείς κάναμε ένα φιλμ, μια ταινία κάπως επική, κάπως πολεμική (Η νύχτα του Σαν Λορέντζο), που αναφέρεται στα γεγονότα του 1944 με τη συνεργασία του Τονίνο Γκουέρα. Στο πρόγραμμα του έργου γράψαμε σκηνοθεσία Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, Τονίνο Γκουέρα και του Ομήρου! Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ είναι ότι, σε μια δύσκολη στιγμή για τον κόσμο ολόκληρο, όπως αυτή, είναι σημαντικό να ζει ο κινηματογράφος. Είναι ένα φεστιβάλ που προσπαθεί να μας δώσει να καταλάβουμε, μέσω του κινηματογράφου, τι είναι αυτή η ανθρώπινη συνθήκη. Ενώ λοιπόν σε άλλα μέρη σκοτώνονται, εμείς εδώ βρισκόμαστε και συζητάμε για τον άνθρωπο που ενδιαφέρεται για τους άλλους ανθρώπους.

Αν ήταν ο Πάολο εδώ, θα συνέβαινε το εξής: ο ένας θα απαντούσε στη μια ερώτηση και ο άλλος στην επόμενη ερώτηση. Και πολύ συχνά λέμε, «ξέρεις,την απάντηση που έδωσες εσύ, θα προτιμούσα να την είχα δώσει εγώ»

 Ποια η σχέση σας με τον Πάολο όλα αυτά τα χρόνια που συνεργάζεστε; Η συνεργασία σας υπήρξε αρμο­νική; Αν κάποια στιγμή διαφωνούσατε έντονα, θα διστάζατε να διακόψετε συνεργασία, εσείς η εκείνος;

Αν ήταν ο Πάολο εδώ, θα συνέβαινε το εξής: ο ένας θα απαντούσε στη μια ερώτηση και ο άλλος στην επό­μενη. Και πολύ συχνά λέμε, «ξέρεις, την απάντηση που έδωσες εσύ, θα προτιμούσα να την είχα δώσει εγώ». Το γεγονός ότι μετά από τόσα χρόνια είμαστε μαζί και εργαζόμαστε μαζί, σημαίνει ότι έχουμε ταυτόσημη σχέ­ση για τους ανθρώπους, τα πράγματα και τον κόσμο. Όσον αφορά για ενδεχόμενες συγκρούσεις, πρέπει να πω κάτι το οποίο το έμαθα λίγο καιρό πριν: πιστεύουμε ότι ένας δημιουργός είναι πάντοτε σε σύγκρουση με τον εαυτό του στην αναζήτηση της τελικής, εκφραστικής αρμονίας. Βρήκαμε λοιπόν κάποια μουσικά άλμπουμ του Μπετόβεν, κυρίως της 5ης συμφωνίας. Και προκύπτει λοιπόν ότι ο Μπετόβεν άρχισε τη συμφωνία με τις περί­φημες, γνωστές νότες αλλά οι δεύτερες δεν του ερχό­ντουσαν καλά. Για να φτάσει λοιπόν στην τελική φάση, χρειάστηκε τέσσερις μήνες. Αν λοιπόν ένας δημιουργός τόσο μεγάλος, όπως ο Μπετόβεν, έρχεται σε σύγκρουση με τον εαυτό του, είναι πολύ πιο σαφές, ότι και για μας που είμαστε δύο το γεγονός ισχύει πολύ περισσό­τερο. Πώς λοιπόν λύνεται η σύγκρουση; Η σύγκρουση λύνεται όταν κάποια δεδομένη στιγμή, διαπιστώνουμε ότι βρι­σκόμαστε στη λύση και είμαστε ανακουφισμένοι και οι δύο. Αν κάποια μέρα καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα, εκείνη τη στιγμή θα χωρίσουμε. Αλλά ας θυμη­θούμε ότι η μεγαλοσύνη του κι­νηματογράφου είναι μια προσπά­θεια, μια τέχνη, που βασίζεται στην ομαδική εργασία, στις πολ­λές δημιουργικότητες, που ενώ­νονται για να βρουν τη συνιστα­μένη τους.

taviani_kar.jpg

Ποια η σχέση σας με τη μου­σική; Λαμβάνοντας υπόψη  ότι στις ταινίες σας παίζει σημαντικό ρόλο η μουσική, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές έχουν μουσική δομή;

Η σχέση που έχουμε εγώ κι ο Πάολο με τη μουσική γεννιέται ως μια πρώτη, θεμελιώδης συνάντηση με το θέαμα. Γιατί όταν ήμασταν παιδιά στην Τοσκάνη, όταν παίρναμε καλό βαθμό στο σχολείο, το βραβείο μας ήταν ένα ταξίδι από το χωριό μας, το Σαν Μινιάτο, στη Φλωρεντία, σε μια απόσταση 40 χιλιομέτρων, για να πάμε να δούμε μια μουσική όπερα του Βέρντι, του Ντονιτζέτι, του Ροσίνι, στον Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας. Για μας, το ότι πηγαίναμε στην Φλωρεντία, καθόμασταν στην πολυθρόνα και βλέπαμε το θέαμα, αυτό σήμαινε έναν κόσμο ολόκληρο. Κι έτσι, όταν η μεγάλη κόκκινη αυλαία άνοιγε, μπροστά μας αποκα­λυπτόταν ένας κόσμος γεμάτος με όλα τα πιθανά πάθη. Το θέαμα, η μουσική και το μελόδραμα αναπαριστούσαν το μίσος, την αγάπη, την περιπέτεια, την ομορφιά, το όνειρο, τα πάντα. Ήταν δηλαδή για μας μια πρώτη ανακάλυψη, ότι υπήρχε μια διάσταση πέρα από την καθημερινή μας πραγματικότητα. Όταν επιστρέφαμε σπίτι, εγώ, ο Πάολο και η αδερφή μας προσπαθούσαμε να ξαναπαίξουμε τα ντουέτα του Τροβατόρε. Βοηθούσε το ότι εγώ έπαιζα πιάνο, και ο Πάολο βιολί. Έτσι, για μας η μουσική και το μελόδραμα ήταν το μεγάλο μας πάθος. Δεν μπορώ βέβαια τώρα να αναπαραστήσω ολόκληρη την ιστορία. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και το σπίτι μας καταστράφηκε από τους Ναζί – γιατί ο πατέρας μας ήταν εναντίον των φασιστών – έπρεπε να εγκαταλείψουμε το σπίτι μας, που δεν υπήρχε πια, κι έτσι πήγαμε στην Πίζα. Εκεί είναι που κάναμε την δεύτερη μεγάλη μας ανακάλυψη. Ένα απόγευμα αποφασίσαμε να το σκάσουμε απ’ το σχολείο και πήγαμε σ’ έναν κινηματογράφο, απ’ όπου εκείνη την ώρα έβγαιναν μερικοί θεατές που είχαν δει την πρώτη προβολή και μας έλεγαν: μην μπείτε καλύτερα, θα πάνε χαμένα τα λεφτά σας, η ταινία είναι πολύ βαρετή. Εμείς όμως μπήκαμε, κι αμέσως, πάθαμε κάτι σαν τραύμα. Η ταινία ήταν η Παϊζά του Ροσελίνι και, από τις πρώτες εικόνες, νιώσαμε αμέσως ότι κάτι άλλαζε μέσα μας. Η Παϊζά διηγείται, όπως ξέρετε, το πέρασμα του πολέμου από την Ιταλία και βασίζεται και σε γεγονότα που συνέβησαν στο δικό μας χωριό, γεγονότα που είχαμε ζήσει προσωπικά, κι όταν βγήκαμε από την προ­βολή, είπαμε ο ένας στον άλλο: η ταινία αυτή μας έκανε να καταλάβουμε ακόμα περισσότερο τα όσα ξέραμε για την προσωπική αλλά και την συλλογική μας ιστορία. Αφού λοιπόν ο κινηματογράφος, η κινηματογραφική γλώσσα, έχει τέτοια δύναμη, τότε κι εμείς θα κάνουμε κινηματογράφο. Έτσι λοιπόν αρχίζει η πορεία μας στον κινηματογράφο. Και εν ονόματι του, διαγράφουμε μουσική, διαγράφουμε λογοτεχνία, τα διαγράφουμε όλα. Και ζήσαμε στην Πίζα ερευνώντας το τι είναι κινημα­τογράφος, πως θα μπορούσαμε εμείς να κάνουμε κινη­ματογράφο κτλ. Για ν’ απαντήσω στην ερώτηση σχετικά με τη μουσική, μετά από χρόνια, αφού είχαμε κάνει ήδη τις πρώτες μας ταινίες, παρατηρήσαμε ότι είχαν μεγάλα οριζόντια διαστήματα, ότι η αφήγηση είχε έναν συγκε­κριμένο ρυθμό, και είπαμε: να λοιπόν που ξαναγυρίζουμε σ’ αυτό που υπήρξε η πρώτη μας μουσική εμπειρία. Οι οριζόντιες λήψεις, κατά βάθος ίσως να είχαν κάποια σχέση με την οριζοντιότητα του παλκοσένικου, και η μουσική, ο ήχος της ταινίας, συχνά γινόταν η δραμα­τουργική λύση σε κάποια δεδομένη στιγμή της ταινίας. Ένα τραγούδι, ένα κλασικό ή λυρικό κομμάτι, μια παρτι­τούρα που είχε γραφεί ειδικά για την ταινία, αποκτούσαν θεμελιώδη σημασία για την αρμονική πραγμάτωση της ταινίας. Συχνά συνέβαινε, όταν δεν μπορούσαμε να βρούμε μια μουσική λύση, η ταινία να σταματά, όπως και το σενάριο. Έτσι, κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι, αν για τον Παζολίνι θεμελιώδης ήταν η σχέση με την εικαστική τέχνη, τη ζωγραφική, αν για τον Βισκόντι ήταν η σχέση με τη λογοτεχνία, για μας καθοριστική στάθηκε η σχέση μας με τη μουσική. Η γλώσσα της ήταν για μας η πλησιέστερη σ’ αυτήν του κινηματογράφου. Επειδή όμως δεν θέλω να γίνω ο ίδιος κριτής του εαυτού μου, μπορώ να πω ότι ορισμένοι κριτικοί, ιστορικοί του κινηματογράφου, έδωσαν οι ίδιοι κάποια παραδείγματα. To Allons Enfants {Εμπρός παιδιά} το παραλλήλισαν μ’ ένα μεγάλο μελόδραμα. Ο Σαν Μικέλε επίσης είχε ανά­λογα στοιχεία. Δεν θέλω όμως να γίνομαι κριτής του εαυτού μου.

Από που αντλείτε την έμπνευση σας;

Θα προσπαθήσω να μιλήσω απλά. Όπως όλοι» οι δημιουργοί, θέλαμε να διηγηθούμε ιστορίες που θα υποδήλωναν την παρουσία μας στον κόσμο σε εκείνη τη στιγμή της ζωής μας, της ύπαρξης μας σε σχέση με τους άλλους. Κάναμε ταινίες που ήταν εντελώς σύγχρονες, αντίστοιχες των καιρών. Κι όταν πάλι ο μύθος μας εκτυ­λίσσεται στο παρελθόν, γίνεται απλά και μόνο το μέσο για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε την βαθύτερη έννοια της στιγμής που ζούμε σήμερα, απελευθερωμένοι από όλες τις επιρροές του συρμού, τις πρόσκαι­ρες ιδεολογίες, το πολιτικό αλλά και ιστορικό χρονικό της στιγμής, αλλά και τις περιστάσεις. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Για να καταλάβουμε την κοινωνία της Αγ­γλίας την εποχή του Σαίξπηρ, ο Σαίξπηρ μας μιλάει με ιστορίες που εκτυλίσσονται στη Ρώμη την εποχή των Καισάρων ή στην εποχή του Μεσαίωνα. Το σημαντικό είναι η διήγηση σου να εμπεριέχει την έννοια του σύγ­χρονου σου δράματος. Όταν ένας δημιουργός αρχίζει το έργο του ως σκηνοθέτης, είναι σαφές ότι έχει ανάγκη διάφορους πατέρες που θα τον βοηθήσουν. Ανάμεσα στους πατέρες αυτούς αρχικά ήταν ο Μπρεχτ, που εμείς αγαπήσαμε πολύ. Άλλοι πατέρες ήταν ο Ροσελίνι, έπειτα έρχεται ο Φρόιντ, έπειτα έρχεται ο Μάο Τσε Τουνγκ (γέλια). Όμως καθώς ο δημιουργός βλέπει την ποιητική του να ωριμάζει, κοιτάζεται στον καθρέφτη, κοιτάζει το είδωλο του, και τότε, αν υποθέσουμε ότι η τέχνη είναι μια προσπάθεια να αφαιρέσουμε έστω κι ένα κομμάτι μόνο από το χάος της ζωής, ο κάθε δημιουργός αναζητεί τον δικό του τρόπο για να το επιτύχει. Επομένως, στο σημείο αυτό, δεν πρόκειται πλέον για την ποιητική κάποιου άλ­λου και τέρμα. Για να υλοποιήσεις εσύ την δική σου ποιητική, θα αποπειραθείς να κλέψεις και υλικό κάποιων άλλων. Όταν εμείς κάνουμε ταινίες που ξεκινούν από τις σελίδες του Τολστόι, του Γκαίτε ή του Πιραντέλο, προ­σπαθούμε να τις κάνουμε δικές μας κτήσεις, σε βάθος, να πάρουμε αυτό που μας χρειάζεται και τότε πια λέμε, σ’ ευχαριστώ Τολστόι, σ’ ευχαριστώ Γκαίτε, σ’ ευχαριστώ Πιραντέλο, αλλά τώρα, αντίο, φεύγουμε για να δημιουρ­γήσουμε το δικό μας έργο.

Κατά την γνώμη σας, ο κινηματογράφος μπορεί να βελτιώσει τον τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας και της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων γενικότερα;

Πιστεύω ότι όλες οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες του ανθρώπου είναι θεμελιώδεις στην προσπάθεια του να ρίξει λίγο φως στο μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν αυτό επιτευχθεί είναι ανα­μενόμενο ότι η ανθρωπότητα θα αναπτυχθεί και θα βελτιωθεί. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι η ανθρωπότητα θα μπορέσει να σωθεί μια και κα­λή. Πολλές φορές, ίσως αντι­λαμβάνεται και αποκτά συνεί­δηση του τι συμβαίνει πραγ­ματικά, στη συνέχεια την χά­νει, έπειτα την ξαναβρίσκει κι έτσι γίνεται συνεχώς. Κι αυτό είναι το μεγάλο της δράμα.

Επίσης, θέλω να πω ότι συχνά ακούμε να μιλούν για τον θάνατο του κινηματογρά­φου. Ανέκαθεν ακούω αυτή τη φράση. Πιστεύω ότι οι ανά­γκες του σινεμά σήμερα -καθώς είναι απαραίτητο να παρουσιάζεται θέαμα το οποίο θα  συνεπικουρείται  από τα σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας – ταυτίζονται με τις βασικές και κύριες ανάγκες όλων των ανθρώπων. Πάντως, είναι φανερό ότι ο κινηματογράφος μετα­σχηματίζεται σιγά σιγά και προσαρμόζεται στα νέα δεδο­μένα της εποχής. Αυτό που μένει διαχρονικό, όμως, είναι ότι ο άνθρωπος πάντα προσπαθεί να μιλήσει για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Πέρα από όσα μιλήσαμε μέχρι τώρα, πολύ σημα­ντικό είναι να σημειώσουμε και κάτι άλλο. Αν δεν βρούμε έναν μύθο, ένα παραμύθι, μία ιστορία να διηγηθούμε που αγαπάμε και που προσεγγίζει την ψυχή μας, τότε όλα τα λόγια και οι συνομιλίες, το σενάριο γενικότερα, αποτελούν μία ύπαρξη νεκρή. Πρέπει να έχει ο σκηνο­θέτης την εσωτερική βαθύτατη ευχαρίστηση να διηγηθεί αυτή την ιστορία στον εαυτό του και στους άλλους. Και γιατί αγαπώ το σινεμά και το θέαμα; Γιατί αυτά τα δύο ζουν χάρη σ’ έναν ρυθμό τόσο φρενήρη που θα τον αποκαλούσα καρδιακό. Είναι ένας βιολογικός ρυθμός, ένας μουσικός ρυθμός. Επομένως, για μένα η γοητεία του κινηματογράφου και του θεάματος είναι η γοητεία του να διηγείται κανείς ιστορίες που τον σφραγίζουν και τον γοητεύουν, μ’ αυτόν τον ρυθμό που μοιάζει με τον ρυθμό του αίματος.

Εμείς ακολουθούμε την τροχιά που χάραξε ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο οποίος είπε (νομίζω το άκουσε από τον Ρενουάρ): «προσοχή στα μηνύματα, τα μηνύματα δεν τα στέλνουν οι σκηνοθέτες αλλά ο ταχυδρόμος».

 taviani_kar_.jpg

Μπορούμε να πούμε ότι κάνετε ένα ποιητικό, πολιτικό κινηματογράφο που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει;

Πρέπει να σας πω ότι οι ορισμοί που καθορίζουν το είδος κάποιων έργων είναι πάντα επικίνδυνοι. Κι αυτό, γιατί ενέχουν πάντα τον κίνδυνο να καταστούν σχηματικοί. Εγώ και ο Πάολο προσπαθήσαμε πάντοτε να αφηγηθούμε την πραγματικότητα, την κατάσταση του ανθρώπου και ό,τι συμβαίνει γύρω μας: τα δρά­ματα, τις ελπίδες, τις ουτοπίες, που όλοι οι άνθρωποι έζησαν, κατά τη διάρκεια της ζωής μας, της εποχής μας, σε προσωπικό, υπαρξιακό και πολιτικό επίπεδο. Θα ήθελα να προσδιορίσω πως, θεωρούμε τον όρο «πολιτικό» πολύ πιο κοντά στον ορισμό του Αριστο­τέλη, που αποκάλεσε τον άνθρωπο «ζώον πολιτικόν», γιατί πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος κάνει πολιτική κάθε στιγμή της ζωής του, ακόμα κι όταν κάνει έρωτα, όχι με τη στενή έννοια, ότι δηλαδή στέλνει μηνύματα, αλλά ότι η συμπεριφορά του είναι αυτή η οποία τον προσ­διορίζει.

Εμείς ακολουθούμε την τροχιά που χάραξε ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο οποίος είπε (νομίζω το άκουσε από τον Ρενουάρ): «προσοχή στα μηνύματα, τα μηνύματα δεν τα στέλνουν οι σκηνοθέτες αλλά τα στέλνει ο ταχυδρόμος».

Υπάρχει κάποια επικοινω­νία, κατά την γνώμη σας, ανά­μεσα στον σκηνοθέτη και τον θεατή;

Η σχέση με το κοινό. Είναι φανερό ότι όλες οι μορφές τέ­χνης συνιστούν προσπάθεια και ανάγκη επικοινωνίας. Ας πούμε ότι μία από τις θεμελιώδεις ανάγκες του αν­θρώπου είναι η επικοινωνία. Όμως η επικοινωνία αυτή δεν είναι πάντα εφικτή με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή, υπάρχουν στιγμές, όπως στους αρχαίους χρόνους ή όπως στην Τοσκάνη στις αρχές του εικοστού αιώνα, που οι χωρικοί μαζεύονταν όλοι γύρω από μια φωτιά και διηγούνταν ιστορίες. Αυτή για παράδειγμα είναι μια ιδανική στιγμή. Υπάρχουν όμως και στιγμές που νιώθει κανείς την ανάγκη να προκαλέσει ένα κοινό που ίσως και να ‘χει αποκοιμηθεί, ή ακόμα και να προκαλέσει μια γλώσσα που έχει καταντήσει αναιμική κι έτσι είναι ανί­κανη να εκφράσει έστω και λίγη αλήθεια. Και υπάρχουν και στιγμές όπως αυτές της αβανγκάρντ. Και για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ο νεορεαλιστικός κινηματο­γράφος του Βισκόντι, του Ροσελι’νι, του Ντε Σίκα, δυσκο­λεύτηκε πολύ να γίνει αποδεκτός από το κοινό. Επειδή ακριβώς προκαλεί. Η επικοινωνία με το μεγάλο κοινό είναι πιο δύσκολη. Έπειτα βέβαια, ίσως ακριβώς γι αυτό, μετά από κάποιο διάστημα, δημιουργείται ξανά αυτή η ενωτική σχέση με το κοινό. Όπως όλες οι δραστη­ριότητες του ανθρώπου, βέβαια, έτσι και η επικοινωνία του στερεί δραματικά τη δική του πραγματικότητα.

 Ποιος είναι ο ρόλος της ιστορίας στο έργο σας; Πώς βλέπετε τις σχέσεις ιστορίας και προσώπων στη σύγχρονη εποχή;

Είμαστε στην Ελλάδα, έτσι; Απ’ όσο ξέρω, ο Όμηρος έγραψε τα ποιήματα του σε μια στιγμή ξεπεσμού στην Ελλάδα, ξεπεσμού των ειδώλων. Και γιατί τα έγραψε; Επειδή ήθελε να θυμίσει τους ανθρώπους της εποχής του ως που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, που έφτασε στο παρελθόν, κι επομένως που μπορεί να φτάσει και σήμερα. Από την άλλη πλευρά, εγώ πιστεύω ότι ο άν­θρωπος και η κοινωνία ήταν ανέκαθεν ένα μείγμα δαιμονίου και αγαθού. Και πρέπει να θυμηθώ ότι εκείνα ακριβώς τα δύσκολα χρόνια, εμείς κάναμε μια ταινία, (που ήταν η νύχτα του Σαν Λορέντζο) και αναφε­ρόταν όχι στην ίδια εποχή αλλά σε κάποια άλλα, διαμαντένια χρόνια, που ήταν τα χρόνια της αντίστα­σης κατά του φασισμού. Το Σαν Λορέντζο γεννήθηκε σε μια στιγμή όπου υπήρχε μεγάλος σκοταδισμός στην Ιταλία. Οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι μόνο κατά το ήμισυ. Η Νύχτα του Σαν Λορέντζο δεν μιλά για το παρελθόν, μιλά για το παρόν.

Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να προσπαθήσει να καταλάβει κάτι παραπάνω πάνω σ’ αυτή την αντίθεση, που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο κινηματο­γράφος, συγκεκριμένα, δεν πρέπει να το κάνει αυτό με μια σκέψη κοινωνιολογική, φιλοσοφική αλλά να εκμεταλλευτεί αυτό τον πολύ έντονο ρυθμό της ανα­παράστασης. Πιστεύω λοιπόν, ότι όλες αυτές τις αντι­φάσεις πρέπει να προσπαθήσουμε να τις αφηγηθού­με. Κι όταν δεν υπάρχει αυτή η ανάγκη και αυτή η δυνατότητα για αφήγηση, δεν υπάρχει περιθώριο για να γίνει ταινία. Όταν παρουσιάζουμε τον άνθρωπο, ο οποίος προσπαθεί μέσα στις αντιφάσεις του να αντι­παλέψει τη ζωή και το θάνατο, ίσως έτσι γίνεται ένας ήρωας και εμείς προσπαθούμε να περιγράψουμε αυ­τή την κατάσταση και αυτές τις αντιφάσεις. Ένα σημαντικό στοιχείο που περιγράφεται στις ταινίες μας, είναι εκείνο της ειρωνείας. Η Τοσκάνη είναι πολύ ειρωνι­κή, όχι με την έννοια του αστείου, του σκωπτικού ή του κυνικού. Για μας, η ειρωνεία χρησιμεύει σε κάτι. Γιατί όταν αισθανόμαστε την ιστορία, την αισθανόμαστε με το αίμα μας, με έναν ενστικτώδη τρόπο. Την αισθανόμαστε σαν σεισμόπληκτοι της και αισθα­νόμαστε παράλληλα την ανάγκη να δημι­ουργήσουμε μια ορισμένη απόσταση. Μερι­κές φορές η ειρωνεία είναι αυτό ακριβώς: είναι μια ορισμένη απόσταση, που δημιουρ­γείται από ένα ηφαιστειακό μάγμα.

Θα κάνατε μια ταινία βασισμένη πάνω στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου; Συμμετείχατε νομίζω στην μεγάλη ομάδα κινηματογραφιστών που κάλυψαν τα γεγονότα της Γένοβα. Μπορείτε να μας πείτε δύο λόγια για τη συμμετοχή σας αυτή;

Πιστεύω ότι δεν πρέπει κανείς να αντικατοπτρίζει στο έργο του αυτό το οποίο γίνεται. Γιατί λείπει η στιγμή της σκέψης και του αναλογισμού των γεγονότων. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, ο τρόπος που μας δίνονται και μας περιγράφονται τα γεγονότα είναι κάτι που ανήκει στην τηλεόραση. Αυτή μας δίνει την περιγραφή των δια­φόρων γεγονότων που συμβαίνουν στον κόσμο. Είναι στιγμές κατά τις οποίες ένας δημιουργός, πριν απ’ όλα, είναι ένας πολίτης…Θα θέλαμε οι πολιτισμοί, να μην πο­λεμάει ο ένας τον άλλο, να μην συγκρούονται.

Η ομάδα των ιταλών κινηματογραφιστών που κατέ­γραψαν εκείνα τα γεγονότα είναι πολυάριθμη. Ο Πάολο και εγώ, που εκείνη τη στιγμή κάναμε κάποια άλλη δουλειά, έπρεπε να παραδώσουμε ένα φιλμ και μπήκαμε σ’ αυτή την ομάδα, για να συνεργαστούμε στο μοντάζ των γεγονότων, που κατεγράφησαν από άλλους, αλλά δεν πήγαμε στη Γένοβα. Πιστεύω όμως ότι, ακόμα και σήμερα, εκείνη η δουλειά που κάναμε περνάει σε δεύτε­ρη μοίρα σε σχέση με τους προβληματισμούς που μας δημιούργησε η 11η Σεπτεμβρίου.

Ποια η γνώμη σας για την τρομοκρατία;

Και για μας στην Ιταλία ήταν «μολυβένια» χρόνια («πέτρινα» χρόνια όπως θα λέγαμε στα ελληνικά). Και αυτός ο μολυβένιος ουρανός υπήρχε όλες τις ώρες της μέρας από πάνω μας. Κι όχι μόνο για το θάνατο που έφερνε η τρομοκρατία αλλά και για ένα άλλο πολύ βασικό λόγο, ότι η τρομοκρατία μας εμπόδιζε να χρη­σιμοποιήσουμε, με τρόπο γαλήνιο, λέξεις με μεγάλες σημασίες, όπως επανάσταση και ουτοπία. Έτσι σκεφτό­μουν για την τρομοκρατία στην Ιταλία τότε, το ίδιο ακριβώς σκέφτομαι και για την τρομοκρατία σήμερα. Πιστεύω ότι αυτή η βία, η σιωπηρή, η τυφλή βία, που χτυπάει τον αθώο, ανήκει στα κακά αυτού του κόσμου. Αφού όμως κάποιος αρνηθεί την τρομοκρατία και πει πόσο κακό πράγμα είναι, πρέπει να αναρωτηθεί γιατί φτάσαμε στο σημείο αυτό. Ελπίζω ότι, μετά την 11η Σε­πτεμβρίου, η Δύση αλλά και η Ανατολή, θα ξανα­σκεφτούν λίγο την κατάσταση τους, τον εαυτό τους. Και είναι σαφές, ότι σ’ αυτή την αναθεώρηση των πραγμά­των, η αριστερά έχει πολλά να κάνει, έχει μεγάλο καθή­κον. Αν όμως ο δρόμος της βίας εξακολουθήσει κι απ’ τα δύο μέρη, ασφαλώς η ζωή θα αλλάξει, θα γίνει δυ­σκολότερη.

Advertisements

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: