To γενικό κλίμα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, από μυθοπλαστική και αφηγηματική άποψη, έχει πλέον βελτιωθεί σε σύγκριση με παλαιότερες εποχές, γιατί έχουν ατονήσει ορισμένες αγκυλώσεις και εμμονές σε θεματικό-αισθητικές επιλογές που βάραιναν για πολλά χρόνια το “Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο”. Δεν υπάρχει σήμερα προσήλωση σε δόγματα και θεωρητικά ή ιδεολογικά σχήματα (προοδευτικά ή συντηρητικά). Ο λαϊκίστικος, δογματικός και δοξαστικός αριστερός λόγος έχει καταποντιστεί (άποψη που σχηματικά ονομαζόταν “η τέχνη για το λαό”). Έχει υποχωρήσει αισθητά και ο αντίποδας της παραπάνω άποψης, δηλαδή τα κενά φορμαλιστικά παιχνίδια και ο υπερ-πρωτοποριακός, αφηρημένος ποιητικός κινηματογράφος (αναφερόμαστε στην άποψη “η τέχνη για την τέχνη”).
Η ανάγκη για ρεαλιστικές, αφηγηματικές μυθοπλασίες
Για να έχει ο ελληνικός κινηματογράφος επαφή με το κοινό που πηγαίνει σινεμά, για να είναι δημιουργικός, ουσιαστικός, ζωντανός και σύγχρονος, έχει ανάγκη από ζωντανά, μοντέρνα κι ενδιαφέροντα θέματα, που να απασχολούν τους σημερινούς ανθρώπους. Έχει ανάγκη από επιλογή σύγχρονων θεμάτων που να έχουν σχέση με την πραγματικότητα (εννοούμενη σε όλες της τις μορφές: κοινωνική, κοινωνικοπολιτική, πολιτιστική, ατομική, ψυχολογική, ηθική, σεξουαλική). Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ανάγκη τη στροφή προς ταινίες ανεπτυγμένης μυθοπλασίας, οι οποίες να θέτουν τα προβλήματα της κοινωνικής και ψυχολογικής ζωής των σύγχρονων ανθρώπων, δηλαδή προβλήματα πολιτικο-οικονομικά, υπαρξιακά, κλπ, είτε ατομικά, είτε κοινωνικά. Το αίτημα της ενδυνάμωσης της σχέσης του ελληνικού κινηματογράφου με την πραγματικότητα είναι ζωτικής σημασίας. Είναι ένας έμμεσος τρόπος να διατυπωθεί η αναγκαιότητα θεματικής-σεναριακής στροφής και σύνδεσης με την πραγματικότητα των πολιτισμικών, ιδεολογικών, κοινωνικών προβλημάτων ή με την πραγματικότητα του ατόμου, με την υπαρξιακή της διάσταση (π.χ. σεξουαλικότητα, ορμές κι επιθυμίες του σύγχρονου ανθρώπου). Χρειάζεται επίσης, κατά συνέπεια, οι ελληνικές ταινίες να διηγούνται ιστορίες. Αυτό δεν είναι κάτι αυτονόητο, αλλά προϋποθέτει την ωρίμανση και την κατάκτηση μιας ορισμένης αφηγηματικής και μυθοπλαστικής ικανότητας. Χρειάζονται και ζητούνται ανεπτυγμένες μυθοπλασίες, που να αφηγούνται ιστορίες με χαρακτήρες, εξέλιξη και δραματουργία. Το πλάσιμο των χαρακτήρων και η μυθοπλαστική-αφηγηματική ανέλιξη, η αίσθηση των δραματουργικών κορυφώσεων και η αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος, είναι ζητούμενα. Στον κινηματογράφο τα πρόσωπα ήταν ανέκαθεν η Βάση της μυθοπλασίας: από τους χαρακτήρες, τις μεταξύ τους σχέσεις, την αλληλεπίδραση και την εξέλιξη τους, από τη σχέση τους με το περιβάλλον, δημιουργείται ο μύθος, η υπόθεση, η ιστορία που μας γοητεύει και μας παρασύρει. Ως ένα βαθμό, ζητούμενο για τον ελληνικό κινηματογράφο είναι να κατακτηθεί η αφηγηματική δεξιότητα. Η αφηγηματική ικανότητα, για πολλές ελληνικές ταινίες, δεν είναι ακόμη κάτι δεδομένο. Η απόκτηση αφηγηματικού σφρίγους, δηλαδή δύναμης και ζωντάνιας στην αφήγηση, η λειτουργική χρήση των τεχνικών και των μεθόδων της αφήγησης, είναι κάτι που χρειάζεται οπωσδήποτε στον ελληνικό κινηματογράφο.
Η μυθοπλασία και οι βετεράνοι κινηματογραφιστές
Τη ροπή προς τη μυθοπλασία και την αφηγηματική δεξιότητα έχουν κατακτήσει ορισμένοι παλιότεροι σκηνοθέτες. Οι πρώτοι δάσκαλοι, ανάμεσα τους, ήταν ο Παντελής Βούλγαρης και ο Αλέξης Δαμιανός. Μερικοί άλλοι είναι ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Νίκος Παπατάκης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Νικολαϊδης, ο Γιώργος Πανουσόπουλος, ο Νίκος Περάκης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Ανδρέας Θωμόπουλος, ο Βασίλης Σερντάρης, ο Γιώργος Κόρρας, ο Τώνης Λυκουρέσης, ο Νίκος Βεργίτσης, ο Βασίλης Βαφέας κ.α.
Ο Βούλγαρης πετυχαίνει τους στόχους του κάθε φορά που καταπιάνεται ρεαλιστικά με τα βιώματα των ηρώων, συνηθισμένων ανθρώπων τους οποίους κατορθώνει να μεταπλάσει σε χαρακτήρες, καθώς και με τη χαμηλότονη περιγραφή των καθημερινών εμπειριών τους (“Όλα είναι δρόμος”, ” Ήσυχες μέρες του Αυγούστου”, “Το προξενιό της Άννας”, Ή Φανέλα με το εννιά” κ.α.). Στον Βούλγαρη ταιριάζει η συναισθηματική, βιωματική προσέγγιση των προσώπων.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κάνει τελευταία ένα σινεμά πιο ενδιαφέρον, γιατί δεν δεσμεύεται από το φορμαλισμό και τις ισχνές σεναριακές βάσεις της εποχής του “Βαριετέ”, και στηρίζεται πλέον σε σενάρια με ανθρωποκεντρικό και αφηγηματικό καμβά, με υπόσταση δανεισμένη από τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία (“Ονειρεύομαι τους φίλους μου” από το Δημήτρη Νόλλα. Ό Εργένης” από το Βαγγέλη Ραφτόπουλο, “Αυτή η νύχτα μένει” από τον Θ. Αλεξανδρή) ή από μια σπουδαία κινηματογραφική ιστορία (“Beautifulpeople” από την “Περιφρόνηση” του Godard). Το “Αυτή η νύχτα μένει” αφηγείται μια απλή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος (κάτι όχι πολύ συνηθισμένο για τον Παναγιωτόπουλο), δηλαδή με αφηγηματική ανέλιξη. Η ταινία έχει συναίσθημα και ερωτικό πάθος, έχει όμως και ρεαλισμό: ζωγραφίζει με έντονα χρώματα ορισμένους νεοελληνικούς χώρους, ξεκινώντας από μια αθηναϊκή γειτονιά και φτάνοντας ως τη Β. Ελλάδα, στα σκυλάδικα, τα άντρα της πληβείας, λαϊκής διασκέδασης. Το φιλμ συνδυάζει την περιπλάνηση, τον έρωτα, την περιπέτεια και το ρεαλισμό, και είναι πιο μυθοπλαστικό από τα προηγούμενα φιλμ του σκηνοθέτη.
Η τελευταία του ταινία “Beautifulpeople” συνεχίζει το μυθοπλαστικό δρόμο που άνοιξε με τον Εργένη (δίνεται έμφαση στην ιστορία). To “Beautifulpeople” θέτει, με ακρίβεια, οδυνηρή παρατηρητικότητα και κυνισμό, το θέμα της αντρικής, φαλλικής εξουσίας που βασίζεται στη δύναμη και τον πλούτο, και της γοητείας που ασκεί στις γυναίκες. Η ματιά του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι απομυ-θοποιητική και σκεπτικιστική, ξεγυμνώνει τους ισχυρούς, αυταρχικούς άντρες και τις φαλλοκρατούμενες γυναίκες, χωρίς ενδοιασμούς. Τα αδηφάγα, καταναλωτικά θηλυκά γυρίζουν την πλάτη και περιφρονούν το αδύναμο αρσενικό και στρέφονται προς τον ισχυρό και πάμπλουτο φαλλοκράτη. Το φιλμ θέτει, χωρίς αναστολές και ωραιοποιήσεις, το ζήτημα της σαγήνης της οικονομικής, πολιτικής και φαλλικής εξουσίας. Είναι πικρό, δυσκολοχώνευτο, φτιαγμένο από πολλές μικρές, εκφραστικές πινελιές (διατηρεί κάτι από τη λειτουργική αφαίρεση του παλιότερου Νίκου Παναγιωτόπουλου). Η σύλληψη των εικόνων και η σκηνοθεσία τους είναι μελετημένη και εμπνευσμένη. Ο Παναγιωτόπουλος κυριαρχεί πλήρως στα εκφραστικά μέσα του, ζωγραφίζοντας – σχεδόν εμπρεσιονιστικά- έναν ολόκληρο μικρόκοσμο, την ανώτερη κοινωνία της Μυκόνου και αποδίδοντας τον εσωτερικό αναβρασμό της. Ο Σταύρος Τσιώλης δημιουργεί, εδώ και χρόνια, εύθυμες, ευδαιμονιστικές κι ολοζώντανες ταινίες περιπλάνησης των γραφικών και συμπαθητικών προσώπων του, στο κλασικό ελλαδικό τοπίο. Αυτή η γεμάτη φως και δροσιά συλλογή του Τσιώλη, ξεκινά το 1988 με τους “Ακαταμάχητους εραστές”, συνεχίζει με τον «Έρωτα στη χουρμαδιά» και το «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε» και φθάνει σήμερα ως το κεφάτο «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Οι ταινίες του είναι φτιαγμένες με πολύ χιούμορ, μπρίο, ηδονισμό, ζεστασιά, φρεσκάδα κι ανεξάντλητο αυθορμητισμό.
Τα κινηματογραφικά είδη
Αξίζουν να αναφερθούν, εκτός του Σταύρου Τσιώλη, και ορισμένοι άλλοι δοκιμασμένοι και ενδιαφέροντες σκηνοθέτες, προσανατολισμένοι στις μικρές και οικονομικές παραγωγές, που έχουν να επιδείξουν αξιόλογο ή νεωτεριστικό έργο: Ο Γιώργος Κόρρας, κυρίως ο Σταύρος Τορνές, ο Δήμος Αβδελιώδης, η Μαρία Γαβαλά, ο Τάκης Σπετσιώτης και σήμερα οι νεότεροι Γιάννης Φάγκρας, Άγγελος Φραντζής, Πάνος Κούτρας κ.α. (αρκετοί από αυτούς δουλεύουν πλέον με ψηφιακή κάμερα). Επίσης, σημαντικό γεγονός είναι ότι εδώ και καιρό έχουν κάνει την εμφάνιση τους στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, ταινίες ειδών. Τα είδη που έχουν εμφανιστεί, χοντρικά είναι:
α) Αστυνομικό: «Η εποχή των δολοφόνων» και η «Κλειστή Στροφή» και στη «Σκιά του Φόβου» του Γιώργου Καρυπίδη κ.α ( Ο πρώτος διδάξας στον ελληνικό κινηματογράφο είναι ο Βασίλης Σερντάρης με την αυθεντικότατη “Ληστεία στην Αθήνα”).
β) Πολιτικό θρίλερ: “Ο Ρεπόρτερ” του Ανδρέα Θωμόπουλου, «Το τελευταίο στοίχημα» του Κώστα Ζυρίνη, «Ο κλοιός” του Κώστα Κουτσομύτη κ.α. (Ο δάσκαλος του είδους υπήρξε ο Δήμος Θέος μετο περίφημο “Κιέριον”).
γ) Φανταστικός κινηματογράφος: “Μαγεμένοι” του Γιώργου Καρυπίδη, “Τα σημάδια της νύχτας” του Κοκκινόπουλου, «Εραστές στη μηχανή του χρόνου» του Δημήτρη Παναγιωτάτου.
δ)Roadmovies: π.χ. οι ταινίες του Σταύρου Τσιώλη
ε) Κωμωδίες: Τα φιλμ του Νίκου Περάκη, τα δύο τελευταία του Σωτήρη Γκορίτσα (“Βαλκανιζατέρ” “Μπραζιλέρο”), οι τρεις γυναικείες κομεντί της Όλγας Μαλέα (Ο οργασμός της αγελάδας,”, “Ηδιακριτική γοητεία των αρσενικών”, “Ριζότο”) κ.α.
στ) τέλος, φιλμ που έχουν για βασικό άξονα τον έρωτα: του Αλέξη Δαμιανού (“Μέχρι το πλοίο”, “Ευδοκία”), του Νίκο Κούνδουρου (Vortex, “Μικρές Αφροδίτες”, “Μπορντέλο”), του Νίκου Παπατάκη (“Οι Βοσκοί” αλλά και δύο γαλλικές ταινίες), του Νίκου Νικολαϊδη (“Ευρυδίκη ΒΑ 2037″, “SingaporeSling“, “Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου”), του Γιώργου Πανουσόπουλου (“Μανία”, “Οι απέναντι”, “Μ’αγαπάς”, “Μια μέρα τη νύχτα”), του Δημήτρη Παναγιωτάτου (Ή νύχτα με τη Σιλένα’, “Μοναξιά μου όλα”).
Ακόμη, οι ταινίες «Ηλεκτρικός Άγγελος» του Θανάση Ρεντζή, «Ήταν ένας ήσυχος θάνατος» της Φρίντας Λιάππα, “Περί έρωτος” και “Το μαγικό γυαλί” της Μαρίας Γαβαλά, «Η Διακριτική γοητεία των αρσενικών” της Όλγας Μαλέα, “Μη μου Άπτου” του Δημήτρη Γιατζουζάκη, “Καμιά συμπάθεια για το διάβολο” του Δημήτρη Αθανίτη, “Σώσε με” του Σταύρου Τζίτζη, “Δέσποινα” του Σωτήρη Γκορίτσα κ.α.
Ένα νεότερο είδος που συνδυάζει, με σχηματικό τρόπο, την κωμωδία με τον ερωτισμό και που πραγματοποίησε μια μαζική, σχεδόν ισοπεδωτική εμφάνιση στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διανομή του “Safesex“, είναι η σεξοκωμωδία. Συνήθως οι σύγχρονες ελληνικές σεξοκωμωδίες ακολουθούν συγκεκριμένους αισθητικούς κανόνες που αποσκοπούν στη σίγουρη εμπορική επιτυχία. Πρόκειται για φάρσες (μερικές φορές γελοίες ή χυδαίες), που για να είναι “in” και να αρέσουν στο πλατύ κοινό, υιοθετούν μια στάση καταναλωτική απέναντι στο σεξ, δηλαδή σεξ εμπορευματοποιημένο. Με άλλα λόγια, ο χειρισμός του σεξ και των αθυροστομιών ακολουθεί τη μόδα. Οι ταινίες αυτές είναι απλοϊκές, χοντροκομμένες, αισθητικά άκομψες, χωρίς διακριτικότητα και ευγένεια, είτε στη σκηνοθεσία, είτε στη σύλληψη, είτε στη μορφή. ενώ θα μπορούσαν να είναι αιχμηρές και ηθικο-ιδεολογικά προκλητικές ταινίες, λόγω της επιλογής τολμηρών ερωτικών θεμάτων με αναπόφευκτες κοινωνικές προεκτάσεις, παρόλα αυτά βουλιάζουν, συνήθως, στην πεζότητα. Δεν έχουν την οξύτητα και την καυστικότητα των ιταλικών ερωτικών κωμωδιών στυλ Ντίνο Ρίζι για παράδειγμα, δεν κάνουν σάτιρα των κοινωνικών τρόπων. Αντίθετα, προτείνουν τη μετριότερη εκδοχή του σεξισμού στον κινηματογράφο.
Από στυλιστική άποψη πρόκειται για φιλμ ακαλαίσθητα, που συνήθως ενστερνίζονται τις τηλεοπτικές προδιαγραφές. Ακολουθούν τη δομή των σκετς που υπάρχει στα σίριαλ. Η επεξεργασία της εικόνας, του πλάνου και του σκηνοθετικού ύψους είναι υποβαθμισμένα και γι’ αυτό περιορίζονται στην τηλεοπτική χρήση του λόγου: γεμάτα από τηλεοπτικές ή επιθεωρησιακές , ατάκες, από καθημερινές, λεκτικές χυδαιότητες της τρέχουσας γλώσσας. Κυριαρχεί γενικά ένας χονδροειδής νατουραλισμός, που πολλές φορές συνυπάρχει με μια έντονη αίσθηση κιτς.
Τα φιλμ αυτά κατάφεραν να φέρουν ένα μεγάλο μέρος του κοινού της τηλεόρασης στις αίθουσες και να αναζωογονήσουν οικονομικά ένα μέρος των ελληνικών παραγωγών. Έσπρωξαν νέους θεατές προς τις υπόλοιπες, πιο φιλόδοξες καλλιτεχνικά ελληνικές ταινίες και προς το διεθνή κινηματογράφο που προβάλλεται στα σινεμά.
Η ταινία-φαινόμενο αυτής της τάσης, με την τεράστια εισπρακτική επιτυχία, ήταν το “Safesex“. Άλλες του ίδιου είδους: “Η αγάπη είναι ελέφαντας”, το “Ροζ ολοταχώς”, “Ο καλύτερος μου φίλος” με βιντεοκλιπάδικη σκηνοθεσία και μοντάζ, “Τα βίτσια γυναικών’, “Εφάπαξ” και κατά ένα μέρος το “Ένας κι ένας” κ.α.
Ο Θόδωρος Σούμας είναι σκηνοθέτης, κριτικός κιν/φου και συγγραφέας.